Πύλη εισόδου

Μάρω Δούκα

Μονόλογος παιχνίδι, στασίδι, αποκούµπι µιας γυναίκας στον προθάλαµο του γήρατος. Ξυπνάει και είναι νέα. Ξυπνάει και είναι γριά. Ανάλογα µε τη διάθεσή της. Με τον ύπνο που έχει κάνει. Στην Αθήνα του σήµερα, όπως τη ζει, όπως την έζησε, όσο την έζησε. Με τα δικά της πρόσωπα. Τη δική της φωνή. Τη δική της ορθοστασία.

Πύλη εισόδου: Στο αχανές του κυβερνοχώρου.
Το πέρασµα από τη µια στην άλλη όψη.
Από το εδώ στο εκεί.
Ανέµελα, αθόρυβα, φασµατικά, εις το διηνεκές.
Αλόγιστα προς τα ρηχά, τα λασπερά, τα άπατα της µέρας που έφυγε.
Από το εδώ στο εκεί.
Συρτά, αµίλητα, προς τη µοναδική βεβαιότητα.

Οι ρετσίνες του βασιλιά

Ισίδωρος Ζουργός

Κάποιο απόγευµα του φθινοπώρου, ένας ηλικιωµένος άντρας κάνει την εµφάνισή του στο χωριό. Μερικοί τον αναγνωρίζουν και ισχυρίζονται πως τον είχαν δει τον προηγούµενο χειµώνα να επιθεωρεί τις εργασίες στον πύργο, αυτόν που στέκεται στο τέρµα της µεγάλης ανηφόρας.

Οι Ρετσίνες του βασιλιά είναι ένα µυθιστόρηµα νόµισµα. Στη µια του όψη ένας αναµαλλιασµένος γέροντας που κάποτε ήταν βασιλιάς. Στην άλλη ένας κοιλαράς που µοιάζει να είναι ο Γαργαντούας ή ένας γεωργός που χαµογελάει βαστώντας στο χέρι ένα κρασοπότηρο.
Ο αφηγητής στρίβει το νόµισµα στον αέρα, κι αυτό, καθώς περιστρέφεται, φανερώνει µέσα από γράµµατα και µυστικά οικογενειακές ιστορίες και εικόνες µιας χώρας αµήχανης, βουτηγµένης στην ανεργία και στη νέα µετανάστευση.
Στη διάρκεια ενός χρόνου –όσο κρατάει το µυθιστόρηµα–, πίσω απ’ τις κουρτίνες της κάθε µέρας ελλοχεύει ο σαιξπηρικός κόσµος ως αδιάγνωστη ασθένεια: πύργοι, βασιλιάδες, κόρες, γελωτοποιοί, εξουσία, προδοσία, αίµα…
Όλα αυτά ώσπου το νόµισµα να πέσει στη γη, εκεί στη χθόνια σαγήνη της γονιµότητας και του τάφου. Εκεί στο χώµα-χωριό ο γερο-Έξαρχος, ο επισκέπτης του φθινοπώρου, καθώς τον αποδοµεί ο χρόνος, παίζει το τελευταίο του χαρτί. Στο καφενείο, µπρος στα µεθυσµένα γέλια, εκλιπαρεί για την τελευταία ευκαιρία που θα του χαρίσει την ανακαίνιση του κόσµου µέσα από τη θαλπωρή του κρασιού, της σάρκας και της αγάπης.

Το λούνα παρκ στο ιερό βουνό

Σώτη Τριανταφύλλου

Τιφλίδα, δεκαετία του 1980. Η Ιρίνα Νόζατζε, κόρη εργάτη σαπωνοποιίας, δημοσιογράφος στην εφημερίδα Χρονικά της Σοβιετικής Γεωργίας, περνάει τις μέρες της αντιγράφοντας δελτία για την αγροτική παραγωγή και τα επιστημονικά επιτεύγματα της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Τίποτα δεν συμβαίνει. Ύστερα, συμβαίνει κάτι˙ μια αποτυχημένη αεροπειρατεία: τέσσερις νεαροί Γεωργιανοί αποπειρώνται να αυτομολήσουν στη Δύση˙ ακολουθεί τραγωδία που παίρνει μεγάλη δημοσιότητα και πανσοβιετικές διαστάσεις. Η Ιρίνα, αποφασίζοντας να ερευνήσει την υπόθεση με καυκασιανό πείσμα, ζει δυο παράλληλες ζωές: μια μέσα στην κρυψίνοια, στην αδιαφορία και στην ασυνεννοησία, και μια άλλη στον κόσμο της φαντασίας και των βιβλίων, από τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ μέχρι το Γαλάζιο πουλί της ευτυχίας. Ως τον σκληρό Απρίλιο του 1989, τα μικρά και μεγάλα γεγονότα της ζωής της (απώλειες, απογοητεύσεις, καθημερινές ανακαλύψεις) και της χώρας ολόκληρης (το πυρηνικό δυστύχημα στο Τσερνόμπιλ, οι μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσόφ και ο αντίκτυπός τους, το εθνικιστικό κίνημα στη Γεωργία) γίνονται αιτία να αλλάξει η ιδέα που είχε για τον εαυτό της και για όλα τ’ άλλα.

Το Λούνα παρκ στο ιερό βουνό είναι το τρίτο βιβλίο μιας εν εξελίξει τετραλογίας για τη Σοβιετική Ένωση. Στο Εργοστάσιο των μολυβιών (2000), η ιστορία αρχίζει πριν από την επανάσταση των μπολσεβίκων και τελειώνει τις παραμονές του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου˙ στις Σπάνιες γαίες (2013), ο κλόουν Πραβιέν Σεργκέγεβιτς Μακάρεφ ζει στη βορειοδυτική Ρωσία στα χρόνια του Στάλιν˙ σ’ αυτό το τρίτο μυθιστόρημα, ξετυλίγεται η ιστορία της οικογένειας Νόζατζε και οι τελευταίες μέρες της Σοβιετικής Γεωργίας.

Πικρία χώρα

Κωνσταντία Σωτηρίου

COMMONWEALTH PRIZE 2019

Στην τελευταία της νύχτα στον κόσµο, καθώς παραδίδει το πνεύµα και ψυχορραγεί, η Σπασούλα συνοδεύεται στην άλλη όχθη από τις φίλες και γειτόνισσές της, που τη συντρόφευαν σε όλη της τη ζωή. Μέσα από µύθους, παραµύθια και δοξασίες, µέσα από πικρές ιστορίες και αληθινά φαντάσµατα που µόνο οι γυναίκες µπορούν να δουν και να διηγηθούν, ξεδιπλώνεται η ιστορία των µανάδων των αγνοουµένων της Κύπρου, η µαταίωση, η αναµονή, οι αλήθειες και τα ψέµατα της ζωής.

Με την Πικρία χώρα η Κωνσταντία Σωτηρίου ολοκληρώνει την τριλογία που ξεκίνησε µε τα βιβλία Η Αϊσέ πάει διακοπές και Φωνές από χώµα, µε µοτίβο την αφήγηση των γυναικών για την ιστορία του πολέµου στην Κύπρο. Των γυναικών που περίµεναν, που προδόθηκαν, που δεν δικαιώθηκαν. Γιατί τόσα χρόνια, όλο τούτο που έζησα, τόσα χρόνια που τόσα για τους χαµένους τα βίωσα, ένα πράµα µόνο αν ένιωσα, αν υπάρχουν αθώοι είµαστε εµείς, εγώ, η Σπασούλα και οι άλλες που περιµέναµε, εγώ, η Σπασούλα και οι άλλες που καρτερούσαµε, εγώ και η Σπασούλα και οι άλλες. Αθώες. Μόνο εµείς.

Ένα αστόπαιδο στο σχολειό του Καραγκιόζη

Γιάννης Κιουρτσάκης

Ξεκινώντας την έκδοση επιλεγμένων κειμένων του, δημοσιευμένων από το 1976 ως σήμερα, ο Γιάννης Κιουρτσάκης ανακαλεί συγχρόνως σε τούτο το βιβλίο μια πνευματική πορεία μισού αιώνα και απορεί: Πώς ένα αστόπαιδο, βγαίνοντας από το πανεπιστήμιο που στάθηκε για εκείνο η Ευρώπη, ένιωσε την ανάγκη να σπουδάσει στο ταπεινό σχολειό του Καραγκιόζη! Και πόσα νέα πράγματα έμαθε εκεί! Πώς μέσα στη ναυαγισμένη επίσημη Ελλάδα, που έφερε τη χούντα του 1967, ανέπνεε πάντα ένας ζωντανός λαϊκός πολιτισμός. Πώς η ομαδική συνδημιουργία του θεάτρου σκιών από τους παλιούς καραγκιοζοπαίχτες και το κοινό τους γεννούσε μιαν αυθόρμητη πολιτιστική δημοκρατία. Πώς όλα τα λαϊκά θέατρα έχουν τη ρίζα τους στη συμβολική γλώσσα του καρναβαλικού «κόσμου από την ανάποδη». Πώς μια μακραίωνη και πολυεθνική παράδοση μεταμορφώθηκε σε γνήσια νεοελληνική δημιουργία. Το πιο παράδοξο: πώς το πρωτεϊκό, αμφίσημο, πολυφωνικό πρόσωπο του Καραγκιόζη τον οδήγησε στην τέχνη του μυθιστορήματος. Πολλά ακόμα που θα ανακαλύψει εδώ ο αναγνώστης.

«Οι δρόμοι της δημιουργίας: αυτό το νήμα συνδέει μια σειρά κειμένων μου που εγκαινιάζεται με το βιβλίο αυτό. Καραγκιόζης, προφορική παράδοση, λαϊκός πολιτισμός, προσωπική τέχνη, μυθιστόρημα, ευρωπαϊκή και νεοελληνική κουλτούρα, σημερινή κρίση πολιτισμού… Κοινό ζητούμενο, πάντα ουτοπικό αλλά κατεπείγον: το πέρασμα από την κοινωνία της απρόσωπης παραγωγής και κατανάλωσης σε μια κοινωνία δημιουργίας, ικανή να θεμελιώσει τον αυριανό οικουμενικό πολιτισμό». (Γ. Κ.)

Τα μηχανάκια

Μένης Κουμανταρέας

Τέσσερις έφηβοι τη δεκαετία του ’50, τέσσερις ιστορίες: Ο Αναστάσης παίζει «μηχανάκια» για να ξεφύγει από τον κλοιό της οικογένειας, της γειτονιάς και της ασυνεννοησίας των φίλων· ο Χαράλαμπος στο «Λουτρό» γίνεται υποχείριο μιας αδηφάγας μητρικής στοργής· ο Κίτσος ανθίζει και μαραίνεται μέσα στο τέλμα της «Επαρχίας Λοκρίδος»· τέλος, ο Δημητρούλης, ασουλούπωτος φαντάρος στη «Δόξα του σκαπανέα», είναι το αιώνιο θύμα της στρατοκρατίας.

Με τα Μηχανάκια ο Μένης Κουμανταρέας έκανε το 1962 την πρώτη του εμφάνιση στην ελληνική πεζογραφία.

«Οι ήρωές του στοχάζονται, μα προπάντων ζουν ή τουλάχιστον προσπαθούν να ζήσουν. Και δεν είναι μόνο άτομα, αλλά και ολόκληροι κόσμοι, ολόκληρες καταστάσεις που μπαίνουν πλάι-πλάι, σε αντιπαραβολή, και συζητούν και αντιδικούν». • Πέτρος Χάρης

Μεταφράσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων

Από τον Γιάννη Βαρβέρη

Αριστοφάνους: Ειρήνη
Αριστοφάνους: Λυσιστράτη
Αριστοφάνους: Όρνιθες
Αριστοφάνους: Πλούτος

Μενάνδρου: Δύσκολος
Μενάνδρου: Επιτρέποντες
Μενάνδρου: Σαμία