Κόμμα αλλάζουμε, ομάδα ποτέ ή όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε το ποδόσφαιρο

Γιάννης Γ. Γεωργάκης

Ο Γιάννης Γεωργάκης, με τον πηγαίο και έξυπνο δημοσιογραφικό λόγο του και βασιζόμενος στο μοναδικής αξίας αρχείο του βετεράνου ποδοσφαιριστή Νίκου Μάλλιαρη, γνωστοποιεί στο ελληνικό κοινό το άρρηκτο συναισθηματικό δέσιμο του εμβληματικού Έλληνα μουσικοσυνθέτη με την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου και, φυσικά, με τον Ολυμπιακό, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα. Τονίζει τις σημαντικές προσπάθειες σύνδεσης του «αθλήματος των αθλημάτων» με τον πολιτισμό και την τέχνη από ποδοσφαιρικούς παράγοντες της χώρα μας ενώ, παράλληλα, θίγει καυτά ζητήματα του παγκόσμιου φαινομένου που λέγεται ποδόσφαιρο, όπως η εμπορευματοποίηση του αθλήματος, η βία και η παραβατικότητα.

Αποσπάσματα από το βιβλίο

«Πρώτα παίζεις μπάλα και επιλέγεις ομάδα και μετά γίνεσαι γιατρός, δικηγόρος ή αποκτάς οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, ή και κόμμα», παρατήρησε εύστοχα ο Μίκης Θεοδωράκης. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, στην Ελλάδα, ένα μέρος της υψηλής διανόησης θεωρεί το ποδόσφαιρο «όπιο του λαουτζίκου». Όταν ο Μαρξ έγραφε το 1844 ό τι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, ήθελε να καταδείξει πως ο άνθρωπος πρέπει να διεκδικεί την πραγματική ευτυχία και όχι την απατηλή. Το ποδόσφαιρο εμφανίστηκε αιώνες μετά τις επίσημες θρησκείες, ωστόσο, σε λιγότερο από εκατό έτη, εξελίχτηκε σε παγκόσμια κοσμική θρησκεία, με το σύνολο των πιστών του να ξεπερνάει το αριθμητικό σύνολο του ποιμνίου των κορυφαίων θρησκειών. Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και στη θρησκεία είναι ότι διαθέτουν πιστούς οπαδούς, λατρεύονται σε «ναούς» και στηρίζονται στο ίδιο δόγμα, το «πίστευε και μη ερεύνα» [...]
«Ο ελληνικός λαός ζει με το ποδόσφαιρο. Η ομάδα του είναι ιδανικό, είναι όραμα, είναι η πίστη του», θα πει ο Μίκης Θεοδωράκης στο «Χίλτον». Ωστόσο, στις μέρες μας, όχι μονάχα το ποδόσφαιρο, αλλά και τέχνες, ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από εξουσίες που δεν σέβονται τον δημιουργό, τον άνθρωπο, τις αξίες. Όμως, η ανάθεση της διαχείρισης της ζωής μας στους κάθε λογής δημαγωγούς, τυχοδιώκτες και διεφθαρμένους μήπως είναι έργο αποκλειστικά δικό μας; [...]
«Κάποιος γεννιέται και πεθαίνει με τα χρώματά του. Κι εγώ, όπως ξέρετε, έχω αλλάξει πολλά κόμματα –και με έχουν κατηγορήσει γι’ αυτό– αλλά τον Ολυμπιακό δεν τον αλλάζω», θα δηλώσει ο Μίκης Θεοδωράκης, μέσα σε κλίμα συναισθηματικής φόρτισης, στη γιορτή του «Χίλτον». Όμως, την εποχή του άκρατου επαγγελματισμού, οι άσοι των γηπέδων αλλάζουν ομάδες σαν τα πουκάμισα.

Ο Γιάννης Γεωργάκης είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1955 στη Λευκάδα. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο διθέσιο Δημοτικό Σχολείο Πινακοχωρίου και τελείωσε το Β ́ Εσπερινό Γυμνάσιο Αμπελοκήπων. Σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας. Εργάστηκε στην εφημερίδα Οδηγητής (1984-1987) στο εργατικό ρεπορτάζ. Στη συνέχεια, ειδικεύτηκε στο αθλητικό ρεπορτάζ και εργάστηκε στις εφημερίδες Ριζοσπάστης (1987-1999) και Το Βήμα (1999-2013). Συνεργάστηκε με το αθλητικό περιοδικό Σπορ&Σκορ καθώς και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς «Κανάλι Ένα» και «Ξένιος». Συμμετείχε στη συγγραφή της δίτομης εγκυκλοπαίδειας Ελληνικός Αθλητισμός – Ιστορική Αναδρομή 1896-1996 και του βιβλίου Οι κορυφαίοι των γηπέδων. Είναι μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αθλητικού Τύπου (ΠΣΑΤ).

«Αντιπαλεύοντας το πολιτικό τίποτα»

Χρήστος Γιανναράς

Τα κείμενα που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον τόμο είναι αναδημοσίευση από την εφημερίδα Η Καθημερινή (τα κυριακάτικά φύλλα του 2018), εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ένδειξη.

Περιγραφή βιβλίου:
Σχεδόν συνωμοτική πια η εκφραστική που ψάχνει «νόημα» της ελληνικής παρουσίας στο σήμερα. Δεν υπάρχει ενθαρρυντικό σημάδι, μοιάζει, τόσες δεκαετίες τώρα, σαν να μην έχει υπάρξει η επιφυλλιδογραφική, τακτή (και πεισματική), κυριακάτικη παρέμβαση στα κοινά.
Επιβιώνουν «λάθρα» οι επιφυλλίδες μου, κι αυτό μάλλον βεβαιώνει ότι κάποτε οπωσδήποτε θα διαβαστούν.
Μοιάζουν σιωπηρά καταδικασμένες σε συμφωνημένη αποσιώπηση: Οι «αριστεροί» τις αντιπαρέρχονται υπεροπτικά σαν «δεξιές», οι «δεξιοί» τις απεχθάνονται σαν ανυπόφορα «αριστερές», οι «κεντρώοι» απλώς δεν τις καταλαβαίνουν, δεν έχουν τις «προσλαμβάνουσες». Γενικευμένη και αυτονόητη ἡ αγνόηση-παραθεώρησή τους βεβαιώνει ότι αυτές οι επιφυλλίδες οπωσδήποτε κάποτε θα διαβαστούν.
Οι συγκαιρινοί αναπόφευκτα σκοντάφτουν στις ανεπάρκειες και αδυναμίες του επιφυλλιδογράφου: Η οδύνη του δεν είναι καθαρμένη από επιθετικότητα, ὁ πόνος του συχνά διαπλέκεται με την οργή. Κυρίως, αποδείχνεται ευκολόπιστος: όλους, όταν ξεκινάνε, τους παρουσιάζει ευέλπιδες, προβάλλει τα θετικά τους στοιχεία, ποντάρει στις αγαθές τους φιλοδοξίες, στη δημιουργική τους φιλοτιμία. Και τον διαψεύδουν μετά, όλοι.
Λοιπόν, οι επιφυλλίδες αυτές κάποτε θα διαβαστούν.

Βιογραφικό:
Ο Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης (Παρίσι). Δίδαξε Φιλοσοφία, Πολιτιστική Διπλωματία και Συγκριτική Οντολογία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Ελλάδας.
Επιφυλλιδογραφεί σε εφημερίδες παρεμβαίνοντας στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.

Άγρυπνο φεγγάρι

Νότης Μαυρουδής

{Επιμέλεια παραγωγής: Νότης Μαυρουδής}
{Συντονισμός - Επιμέλεια πληροφοριών και γραπτού υλικού: Αντώνης Μποσκοΐτης}
{∆ιόρθωση - Επιμέλεια κειμένων: Ανδρέας Σαμαράς}

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS το βιβλίο-cd του Νότη Μαυρουδή «Άγρυπνο φεγγάρι», με μελοποιήσεις σπουδαίων ελληνικών ποιημάτων του 19ου και του 20ού αιώνα. Στα 13 τραγούδια του δίσκου ο N. Μαυρουδής ανιχνεύει μουσικά τον ποιητικό λόγο του Γ. Βιζυηνού, του Γ. Σαραντάρη, της Μ. Πολυδούρη, του Γ. Σεφέρη, του Ν. Λαπαθιώτη, του Κ. Βάρναλη και του Κ. Καρυωτάκη, με τη συνδρομή σπουδαίων ερμηνευτών: της Νένας Βενετσάνου, του Χρήστου Θηβαίου, της Μαρίας Θωίδου, του Αλκίνοου Ιωαννίδη, του Σωκράτη Μάλαμα και της Μόρφως Τσαϊρέλη. Το βιβλίο περιλαμβάνει τα ποιήματα, βιογραφικό και σημείωμα του ίδιου του συνθέτη, και δύο κείμενα του Αντώνη Μποσκοΐτη: ένα για τον Νότη Μαυρουδή και μια συνοπτική έρευνα για την «παρουσία» των παραπάνω ποιητών στην ελληνική δισκογραφία. Τέλος, την έκδοση κοσμεί πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τις ηχογραφήσεις.

Εδώ και έξι δεκαετίες, ο Νότης Μαυρουδής διαγράφει μια πολυσχιδή πορεία στη μουσική, ως συνθέτης, ως δεξιοτέχνης της κλασικής κιθάρας και ως δάσκαλος. Ως σολίστ κιθάρας έχει δώσει πολλές συναυλίες και ρεσιτάλ, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενώ ως συνθέτης έχει στο ενεργητικό του ένα πλήθος τραγουδιών που έχουν ερμηνεύσει δημοφιλείς τραγουδιστές, αλλά και έργα για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Η δισκογραφία του περιλαμβάνει 30 προσωπικούς δίσκους.

Για το «Άγρυπνο φεγγάρι» γράφει ο ίδιος στο σημείωμά του που περιλαμβάνεται στην έκδοση:
«Είναι αλήθεια πως επί πολλά χρόνια με απασχολούσε η γλωσσική εξέλιξη και η αισθητική ιδιαιτερότητα των σπουδαίων αυτών ποιητών. [...] Με οδηγό την κιθάρα μου, άρχισα από το 2016 να διερευνώ τις συλλαβές και τις λέξεις· πρόσεξα τους τονισμούς, το εννοιολογικό βάθος, τον βαθύτατα ερωτικό λόγο με τις παρακλήσεις, τις επιθυμίες, τον πόνο και τις υπαρξιακές ομολογίες, ανιχνεύοντας ακόμα και την απόκρυφη μουσική και ρυθμολογική αίσθηση που υποφώσκει στον ποιητικό τους λόγο. Ακολούθησα τους δρόμους τους. [...]»